ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1:"ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΞΕΝΑ ΜΑΤΙΑ"
16 Απριλίου 1801
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,σήμερα ξύπνησα με ενέργεια,έβαλα το μουσικό κουτί με την όμορφη μπαλαρίνα να παίζει,άνοιξα την ντουλάπα μου και έκατσα να σκεφτώ τι θα φορέσω,έχω κορσέδες ροζ,μπλε,πράσινους και πολλά φουστάνια ταιριάζουν γάντι μαζί τους,η αλήθεια είναι ότι η επιλογή παπουτσιών με ειχε μπερδέψει λίγο,αλλά τα κατάφερα...πφφ,από τότε που πέθαναν οι δικοί μου,είναι σαν να μην θέλω να σκέφτομαι,όλο κάτι κάνω για να ξεφύγει το μυαλο μου,κάθε πρωί ξυπνάω χάλια,αλλά το παλεύω,κάποιες φορές έχω κενά μνήμης,μου λένε να πάω στον γιατρό,αλλά το ξέρω ότι αυτό δεν είναι ένα πρόβλημα του σώματος μου,ξέρω ότι αυτό άρχισε να γίνεται από τότε που τον είδα,από τότε που είδα αυτά τα μωβ ματια του,ήταν όνειρο ή πραγματικότητα,αυτό πάντα θα με μπερδεύει,αλλά ότι και να ήταν,πως μπορώ να τα ξεχασω;
Αν ήταν ένα όνειρο,γιατί νοιώθω ότι κάποιος είναι πάντα μαζί μου και με προσέχει; Αν ήταν όνειρο,γιατί όταν τον κοίταξα κατάματα,ένοιωσα ότι κλείδωσαν οι ψυχές μας; Αν ήταν ένα όνειρο,γιατί κανείς δεν με πιστεύει; Το όνειρο μου ήταν πολύ ξεκάθαρο,ήταν πολύ συγκεκριμένο ”είχα ξυπνήσει σε ένα δάσος,γεμάτο ομιχλη,άκουγα τα φύλλα των δέντρων να κουνιούνται και να χτυπάνε το ένα το άλλο απαλά από το ελαφρύ αεράκι που έφερνε μαζί του την μυρωδιά του χώματος,την μυρωδιά του ευκαλύπτου,καθαρό αεράκι που όμως σε έκανε να ανατριχιάζεις και μόνο που είχε για συνοδεία του την ομιχλη, που ανακατεύοταν ομοιόμορφα με τα μανιτάρια του δάσους,με τα φύλλα των δέντρων,την πρασινάδα που είχε κοντά στα πανύψηλα δεντρα,μπροστά σε όλα αυτά ενοιωθα μικρή,έτσι το θυμάμαι,τότε ήταν όταν συνειδητοποίησα ότι το χέρι μου ειχε πληγή,η μυρωδιά του αίματος με έκανε να αγχωθώ,τότε άκουσα από πίσω μου ένα κλαδί να σπάει και σιγανά βήματα,ίσα που ακουγόντουσαν,ήταν τόσο ελαφρύ το βήμα,γύρισα σιγά-σιγά γεμάτη φόβο και ηταν ένας πανέμορφος γκρι λύκος,η μύτη του ήταν κολλημένη στην δική μου,μπορούσα να ακούσω την βαριά αναπνοή του,ο αέρας πήγαινε και έφερνε ελαφρά το τρίχωμα του,τότε τον κοίταξα σταστα μάτια,οι κόρες των ματιών του μεγάλωσαν απότομα,τότε έκανε ένα μικρό κλαψούρισμα και ένα βήμα πίσω και ακόμα ένα βήμα πίσω και ακόμα ένα,είχε απομακρυνθεί τόσο που πλέον δεν ενοιωθα ασφάλεια,ήταν έτοιμος να φύγει,όταν ξαφνικά γύρισε και με κοίταξε,σαν να μου ελεγε ότι θα ξανά συναντηθούμε,τότε ακούστηκε ένας άλλος λύκος από μακριά,σαν να τον καλούσε να πάει πίσω,γύρισε απότομα όταν τον άκουσε,με ξανά κοίταξε για τελευταία φορά και χάθηκε μέσα στην ομίχλη με ένα δυνατό σάλτο"
Πως μπορεί αυτό να είναι κάτι ψεύτικο,πως μπορεί να είναι μόνο ένα ονειρο;
Ξύπνησα επάνω στον καναπέ,μόλις μου έπεσε η πένα από το χέρι,τρόμαξα,στο τέλος μου έπεσε και το ημερολόγιο,κάθε φορά παθαίνω το ίδιο πράγμα,πήγα στο μπάνιο,κάθε φορά που κοιτάω στον καθρέφτη,θυμάμαι τα μάτια του,τώρα όμως δεν καταλαβαίνω,γιατί νοιώθω έτσι,χαρούμενη αλλά και κενή,καλύτερα να πάω να παίξω λίγο φόρτεπιανο,ένα κομμάτι του Μπετόβεν η σονάτα του λυκόφωτος,η καρδιά μου πάντα γινόταν κομμάτια με αυτή την μελωδια,ο πατέρας μου,μου την έμαθε,κάθε απόγευμα καθόταν στην καρέκλα και δίπλα του εβαζε ένα μικρό τραπεζάκι και ένα πήλινο φλιτζάνι μεσαίου μεγέθους με σχέδια λουλουδιών γύρο του και από κάτω ένα πιατάκι,ήταν σετ με το φλιτζάνι,η μητέρα μου λάτρευε τις αντίκες,πάντα εκεί του έφτιαχνε το απογευματινό του τσάι,όταν του το έφερνε, μας έλεγε πάντα να κάτσουμε μαζί του και ξεκινούσε να παίζει αυτή τη μελωδία,αχχ...βούρκωσα πάλι.
Κοίταξα το ρολόι και κατάλαβα ότι οι φίλες μου Μαρία και Σάρα θα με σκότωναν που πάλι άργησα στο ραντεβού μας,έβαλα τον ροζ κορσέ μου μαζί με μια φούξια φούστα,χαμηλά άσπρα τακούνια,άσπρο καπέλο με λίγη φόδρα μπροστά και άσπρα μακριά γάντια που έφταναν ως τον αγκώνα,πάντα τραβούσα τα βλέμματα,πολλοί ήθελαν να με παντρευτούν,αλλά πάντα αρνούμαι.
Τι ειναι άραγε ο γάμος χωρίς αγάπη,ίσως ένα κακόγουστο αστειο,αλλά σίγουρα δεν είναι για εμένα,έκλεισα την πόρτα του σπιτιού πίσω μου και κατευθείαν ένοιωσα την ζεστασιά του ήλιου επάνω μου,τι ωραία ημέρα που είναι σήμερα,πάλι καλά θα ήμουν με τις φίλες μου,μόλις βγήκα από το σπίτι είδα μια άμαξα και σήκωσα το χέρι μου για να σταματήσει,ανέβηκα επάνω
-Που θα θέλατε να σας πάω δεσποινίς Ελίζα;
-καλησπέρα Τζορτζ,στο γνωστό εστιατόριο που πηγαίνω πάντα,του είπα με ένα απαλό χαμόγελο στο πρόσωπο μου.
Η άμαξα ήταν ένα πολύ ωραίο μέσο μετακίνησης,όταν καθόσουν μέσα και πήγαινες στον προορισμό σου,άμα τραβούσες λίγο την κουρτίνα,έβλεπες δεσποινίδες και κυρίες με ομπρέλες που προσπαθούσαν να κρυφτούν από τον ήλιο,να περπατάνε και να γελάνε σαν μικρά κοριτσάκια,άλλες διάλεγαν βελούδινα υφάσματα από τους πάγκους για να τα δώσουν στις μόδιστρες και να τους φτιάξουν επίσημα και ωραία ρούχα για μεγάλους χορούς,άλλες κάθονταν σε τραπεζια έξω από μαγαζιά που έκαναν διάφορα τσάγια με φρέσκα βότανα που έφερναν οι ιδιοκτήτες των μαγαζιών αυτών από εμπόρους που έρχονταν από μακρινές χώρες όπως η Τουρκία και η Ιταλία,μόλις κατάλαβα ότι έφτασα στον προορισμό μου
- Σας ευχαριστώ πολύ κύριε Τζορτζ,του είπα και του εγνεψα με ένα χαμόγελο
-Καλή σας μέρα δεσποινίς Ελιζα,μου είπε και εγνεψε και αυτος με ένα χαμόγελο.
Κατέβηκα από την άμαξα και είδα έναν άντρα από τον απέναντι δρόμο να με κοιτάει με βλέμμα επίμονο,φορούσε ένα μαύρο κουστούμι και φαινόταν πολύ γνώριμος,ψηλός,ξανθός και με βλέμμα που με διαπερνούσε,κόλλησαν τα βλέμματα μας για κάποια δευτερόλεπτα,το βλέμμα του ήταν τόσο οικείο,ένοιωσα την καρδιά μου να βγαινει έξω,ένοιωσα ότι μου κοβόταν η αναπνοή,εκείνη την στιγμή ήρθαν η Σάρα και η Μαρία.Ελίζα γιατί άργησες,ρώτησε η Σάρα με ένα βλέμμα περιέργειας για τον τρόπο που κοιτούσα απέναντι
-Ελίζα είσαι καλα; Με ξανά ρώτησε,γύρισα και την κοίταξα
-Εεε ναι,είμαι μια χαρά,της είπα με ένα ύφος λίγο μπερδεμένο,ξανά κοίταξα απέναντι,εκείνη την ώρα πέρασε από μπροστά μου μία άμαξα,αλλά αυτός είχε εξαφανιστεί.
Καθίσαμε σε ένα μαγαζί που ήταν σαν εστιατόριο,έβλεπες παντού ζευγάρια που ήταν έτοιμα να παντρευτούν,μοίαζαν χαρούμενοι,αν και δεν θα μπορούσα να πώ το ίδιο και για κάποιες από τις μητέρες των ζευγαριών που ήταν παρούσες,κάποιες έδειχναν χαρούμενες,άλλες πάλι είχαν απογοητευτεί με την επιλογή που έκαναν τα παιδιά τους και δεν ντρέπονταν να το δείξουν,ακόμα ένας λόγος που δεν ήθελα να παντρευτώ,ειρωνικά μιλώντας,ενοιωθα να ανατριχιάζω από την χαζομάρα των ανθρώπων.
-Καλησπέρα δεσποινίδες,τι θα θέλατε να παραγγείλετε;ρώτησε ένας σερβιτόρος ψηλός,μελαχρινός με μελιά μάτια,πάντα ερχόμουν εδώ πέρα με τις φίλες μου,αλλά πρώτη φορά τον έβλεπα,σήκωσα το κεφάλι μου για δεύτερη φορά για να παραγγείλω και ξαφνικά ένοιωσα μέσα μου ένα ρίγος να διαπερνά την ψυχή μου,τον ήξερα,ήταν οικείος,από που τον ήξερα όμως,διέκοψε τις σκέψεις μου η Μαρία.
-Θα ήθελα ένα μαύρο τσάι παρακαλώ,με ένα κύβο ζάχαρη μέσα.
-Μάλιστα δεσποινίς,είπε και κοίταξε την Σάρα,περιμένοντας να του πει τι θα παραγγείλει
-Εγώ θα ήθελα ένα τσάι χαμομήλι παρακαλώ,χωρίς ζάχαρη
-Μάλιστα δεσποινίς,το έγραψε και αυτο στο τεφτέρι του και τώρα κοιτούσε εμένα και περίμενε να παραγγείλω
-Εγώ θα ήθελα ένα ζεστό καφέ παρακαλώ,με έναν κύβο ζάχαρη μέσα
-Μάλιστα δεσποινίς,κάτι άλλο που θα θέλατε;ρώτησε και μας κοίταξε και τις τρεις
-Όχι,όχι του απάντησα,ευχαριστούμε πολύ,φεύγοντας με κοίταξε και μου χαμογέλασε,οι φίλες μου άρχισαν να σπρώχνουν οι μία την άλλη χαζογελώντας ψιθυριστά.Ελίζα,νομίζω ότι αρέσεις σε κάποιον,είπε και χαχανιζε με το χέρι μπροστά στο στόμα της η Σάρα
-Ακόμα ένας που ελπίζει,της είπα χαμογελώντας και σήκωσα το δεξί μου φρύδι
-κορίτσια,ακούσατε τις φήμες,λένε ότι ήρθε στην πόλη ένας πολύ ωραίος αντρας,νεαρός,ψηλός και έχει μεγάλη περιουσία,είπε η Μαρία που περίμενε το τσάι για να πει περισσότερες λεπτομέρειες και κοιτουσε συνέχεια προς το μπαρ του μαγαζιού
-Μάλλον ήρθε η ώρα σου να παντρευτείς,είπε η Σάρα στην Μαρία πάλι χαχανίζοντας
-Αχχ,μακάρι,άμα είναι έτσι όπως τον περιγράφουν και ποια δεν θα ήθελε τέτοιο κελεπούρι...δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρόταση της όταν ξαφνικά,πολλές γυναίκες στον δρόμο άρχισαν να μαζεύονται και να χαζογελάνε,να ψιθυρίζουν,πήγαν και η Μαρία με την Σάρα για να δούνε τι έγινε,εγώ έκατσα απλά στην θέση μου και συνέχισα να απολαμβάνω τον καφέ μου
-Καλησπέρα δεσποινίς,άκουσα μια βαριά αντρική φωνή,γούρλωσα τα μάτια μου,ένοιωσα τον καφέ να κολλάει στον λαιμό μου,έβηξα ελαφρώς με το ένα χέρι μπροστά στο στόμα μου και με το άλλο χέρι άφησα τον καφέ στο τραπέζι,γύρισα σιγά-σιγά και είδα στο δεξί μου πλάι να στέκεται αυτός,κόλλησα,είχα τόσες ερωτήσεις μέσα μου,ποιος ήταν,γιατί με κοιτούσε επίμονα από τον απέναντι δρόμο;
-Εσυ;Του είπα με τρεμάμενη φωνή,όσες ερωτήσεις και αν είχα,ξαφνικά μπήκαν στον πάγο,χαμογέλασε και ξερόβηξε ελαφρώς με σοβαρό ύφος,αλλά όταν έβαλε το χέρι μπροστά στο στόμα του,μπορούσα να διακρίνω ένα ελαφρώς χαμογελαστό στόμα,κατέβασε το χέρι του,έβγαλε το καπέλο και το έβαλε ανάμεσα στον αγκώνα και τα πλευρά του
-Να σας συστηθώ,λέγομαι Μάτ Τζόχανσον,χαρά μου που σας γνωρίζω και μου φίλησε το χέρι ελαφρώς,τώρα ενοιωθα την καρδιά μου και το σώμα μου να βράζουν,τα μάγουλα μου είχαν γίνει κατακόκκινα,κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον σαν να μην υπήρχε αύριο
-Λέγομαι Ελιζα Σίμερσον,χαρά μου που σας γνωρίζω,όλα μου έβγαιναν τόσο αυτόματα,πάλι καλά δηλαδή,αλλιώς εάν έμενα σαν το ξύλο,θα πέθαινα από την ντροπή μου.Θα ήθελα να σας δώσω αυτή την πρόσκληση,θα κάνω στο σπιτι μου ένα μικρό πάρτι με χορό και ποτό και θα ήθελα να έρθετε,εάν φυσικά το θέλετε και εσείς,με κοιτούσε με τόση ηρεμία
-θα το ήθελα πολύ,του είπα με τρεμάμενη φωνή,γιατί να καλέσει εμένα συγκεκριμένα,σκέφτηκα από μέσα μου,τόσες ελεύθερες γυναίκες υπάρχουν εδώ μέσα,ομολογώ πως αυτή του η κίνηση μου τράβηξε το ενδιαφέρον,αρχισα να χαχανίζω και εγώ τώρα
-Ελίζα είσαι καλά,γιατί γελάς μόνη σου;είπε η Μαρια κοιτώντας με περίεργα και μετα την Σαρα
-Εε;τι;μόνη μου; κοίταξα δεξιά μου και δεν ήταν κανένας εκεί,η Μαρία και η Σάρα είχαν καθίσει στο τραπέζι και ο κόσμος που είχε μαζευτεί έξω,δεν υπήρχε πλέον
-Τελικά γιατί είχαν μαζευτεί όλοι εξω; ρώτησα εγώ προσπαθώντας να αλλάξω συζήτηση
-Πότε μαζεύτηκαν όλοι εξω;είπε η Μαρία
-Αφού πριν λίγο....αποφάσισα να μην τελειώσω την πρόταση μου,μου φάνηκε πολύ περίεργο,σκέφτηκα ότι μάλλον ήταν της ιδέας μου όλο αυτό
-κορίτσια εγώ φεύγω,σήμερα εξαντλήθηκα,είπα με στεναχωρημένο βλέμμα,γύρισα το κεφάλι μου για να καλέσω τον σερβιτόρο για να πληρώσω και τον είδα να χτυπάει το μπαρ με μια ελαφριά μπουνιά και νευρικά κοιτώντας προς την έξοδο του μαγαζιού,κοίταξα προς την κατεύθυνση που κοιτούσε και είδα τον Ματ να φεύγει βάζοντας το καπέλο στο κεφάλι,η πόρτα έκλεισε πίσω του,οι σκέψεις με περιτριγύριζαν,τι εγινε μόλις τώρα,ήταν ή δεν ήταν εδώ και μου μιλούσε;Καθώς άνοιξα την τσάντα μου για να βγάλω λεφτά,είδα την πρόσκληση μέσα,την έβγαλα προσεχτικά έξω,την ακούμπησα με ένα απαλό χάδι,μόλις πήγα να την ανοίξω κατάλαβα ότι η Σάρα και η Μαρία κοιτούσαν επίμονα την πρόσκληση
-Τι ειναι αυτο;ρώτησε η Σάρα με περιέργεια
-Εχ...αυτο...αυτο ειναι...δεν πρόλαβα να τελειώσω την πρόταση μου