- Χριστίνα! Σβήσε τη λάμπα και πέσε για ύπνο! Είναι αργά.
-Μάλιστα μητέρα!
Έτσι και έκανε …Φύσηξε τη μικρή φωτιά του κεριού της, έκλεισε το ταλαιπωρημένο από τον χρόνο βιβλίο της, σκεπάστηκε με την κουβέρτα που της είχε φτιάξει με τόση αγάπη η γιαγιά της και αποκοιμήθηκε .
Δεν άργησε και πολύ η ανατολή του ηλίου.Τα κοκόρια όπως πάντα τυπικά στο λάλημα τους σήμαναν την αρχή της ημέρας τους…και την αρχή των υποχρεώσεων που είχαν κατά τη διάρκειά της. Η Χριστίνα ήξερε ότι δεν μπορούσε να περιμένει κάτι παραπάνω από Αυτό που ήδη είχε. Να φροντίζει τα ελάχιστα ζώα που είχαν στην κατοχή τους η οικογένειά της. Τα οποία ήτανε, μια γέρικη αγελάδα, τρεις κότες και ένας φωνακλάς κόκορας και ένα πρόβατο που όλοι τους αγαπούσαν πολύ. Με το μαλλί του είχε φτιάξει η γιαγιά της την κουβέρτα της… Μια άνοιξη που το χωράφι τους είχε καρποφορήσει παραπάνω από το συνηθισμένο και η γιαγιά της, της φύλαξε το μαλλί του μιας και δε χρειάστηκε να το πουλήσουν. Όταν της τη χάρισε η Χριστίνα είχε νιώσει τόσο ευτυχισμένη! Πρώτη φορά της έκαναν δώρο κάτι καινούργιο. Ο, τι είχε μέχρι τότε είχε στην καλύτερή έναν προηγούμενο κάτοχο.Την αγαπούσε πολύ τη γιαγιά της … Η κουβέρτα και τα δυο βιβλία που της είχε χαρίσει ήταν τα ομορφότερα και τα σημαντικότερα πράγματά στην καθημερινότητα της. Η κουβέρτα να τη ζεσταίνει στους κρύους χειμώνες και τα βιβλία να την κάνουν να ονειρεύεται και να ζεσταίνουν την ψυχή της. << Χάρη σε αυτά τα δυο βιβλία δε ζω μια Ζωή, αλλά τρεις….>> έλεγε… Παρόλο που ελάχιστοι ήξεραν να διαβάζουν η Χριστίνα ήτανε μια από αυτούς…Ο προ πάππους της οπού ήτανε και ο προηγούμενος κάτοχος των δυο βιβλίων της, ήτανε δάσκαλος και είχε μάθει τη γιαγιά της να διαβάζει. Η μητέρα της από την άλλη δεν έμαθε ποτέ να διαβάζει…<< Δεν της άρεσε και δεν είχε χρόνο >> όπως έλεγε πάντα…όμως η Χριστίνα τα αγαπούσε πολύ τα Γράμματα και το να τη μάθει η γιαγιά της να διαβάζει ήταν για αυτήν θείο δώρο.Τα μεγαλύτερά αδέρφια της επίσης δεν έμαθαν να διαβάζουν… Ξεκίνησαν από πολύ μικρή ηλικία να βοηθάνε στο χωράφι και τον ελάχιστο ελεύθερο τους χρόνο τον περνούσανε κάνοντάς άλλα πράγματά τα οποία ήτανε της τάξης τους… << Τα Γράμματα είναι για τους αριστοκράτες… Όχι, για ανθρώπους σαν και εμάς που προσπαθούν να βγάλουν το ψωμί τους >>. Η Χριστίνα όμως δεν έδινε σημασία στα λόγια τους.... Μόνο ο μικρός της αδερφός ο Συμεών της έλεγε πάντα
- Όταν μεγαλώσω θα δουλέψω, θα βγάλω πολλά λεφτά και θα σου κάνω δώρο πολλά!! Πολλά!!! Βιβλία
- Είμαι σίγουρη αδερφέ μου ότι όταν θα βγάλεις πολλά!! Πολλά !! Λεφτά θα το κάνεις !!- και υστέρα κατέληγαν πάντα να γελάνε . Τον περισσότερο χρόνο της ημέρας της, τον πέρναγε μαζί του ... αυτή ήτανε και η κύρια υποχρέωση της ... Να τον προσέχει... Και να βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού.
- Συμεών !! Κατέβα κάτω γρήγορα να πάμε στην αγορά να πάρουμε ψωμί γιατί έχουμε αργήσει! Και πήγε στην πόρτα να τον περιμένει.
Έτοιμος ! Κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες και έτρεξε προς την πόρτα. Η Χριστίνα του ανακάτεψε τρυφερά τα μαλλιά την ώρα που έβγαινε και πρόσεξε ότι ο αδερφός της είχε αλλάξει ρούχα.
-Τι έγινε μικρέ κύριε γιατί αλλάξατε την ενδυμασία σάς
- Αν και θα έπρεπε ήδη να το ξέρετε.. Μεγαλύτερή αδερφή μου… Η Πριγκίπισσα μας ξέρετε είναι σε ηλικία γάμου… Και ο Βασιλιάς πατέρας της έχει καλέσει αριστοκράτες από όλο το κόσμο με σκοπό να επιλέξει τον ιδανικό μελλοντικό της σύζυγο . Γάμος που θα εξυπηρετεί το συμφέρον και για των δυο οικογενειών.
-Και αυτό μικρέ μου εσένα γιατί σε απασχολεί Μήπως Θέλεις και εσύ να ζητήσεις το χέρι της πριγκίπισσας ?! .- του πείραξε πάλι το μαλλί και άρχισε να γελάει . Είδε όμως ότι τον αδερφό της το πείραγμα αυτό τον έκανε να κοκκινίσει και αμέσως σταμάτησε. Έσκυψε με σκοπό να φτάσει το βλέμμα της το ύψος του αδερφού της και το είπε πλέον με σοβαρό ύφος με σκοπό να του δείξει ότι από τη στιγμή που είναι για αυτόν σοβαρό όλο αυτό τότε είναι και για την ίδια.
-Το ξέρεις μικρέ μου ότι σε πειράζω.- και με το δάχτυλο της ακούμπησε τη μικρή του μύτη και σηκώθηκε για να συνεχίσουν τον δρόμο της
- Μπορεί κάποιος από αυτούς να χρειάζεται έναν σύμβουλο και να διαλέξει εμένα . - είπε και κόρδωσε το ανάστημά του..
- Δε νομίζεις ότι είσαι λίγο μικρός για να σε διαλέξουνε ? και χαμογέλασε
-όχι !- είπε με σιγουριά
- Καλά έλα γρήγορα να πάρουμε ψωμί που το χρειαζόμαστε για το δείπνο και το συζητάμε και Μέτα.- ξαφνικά όμως ξεκίνησε μια αναστάτωση γύρω τους. Οι άνθρωποι άρχισαν να μιλάνε δυνατά και να ανοίγουν τον δρόμο.
- Να! Εκεί ! Έλα πάμε γρήγορα !- και ο Συμεών άρχισε να τρέχει γρήγορα για να πιάσει θέση μπροστά στη γραμμή που σχημάτισαν. Η Χριστίνα από τις κουβέντες που ακουγωνταν κατάλαβε ότι θα πέρναγε η βασιλική άμαξα και μην έχοντάς και άλλη επιλογή ακολούθησε τον αδερφό της και κάθισε δίπλα του. Αν και δεν είχε και πολύ μεγάλη περιέργειά για όλο Αυτό ο ενθουσιασμός του αδερφού της την έκανε και χαμογέλαγε.
Η βασιλική φρουρά πέρασε πρώτη και υστέρα φάνηκε και η άμαξα. Όπως πάντα η πριγκίπισσα ήτανε κλεισμένη μέσα ποτέ της δεν εμφανιζόταν από το παράθυρο της άμαξας της. Πάντα κρυμμένη πίσω από την πανάκριβη κουρτίνα της... << Η καημένη … Να έχεις την περιέργειά να δεις τόσα πολλά πράγματά και να κρύβεσαι πίσω από την κουρτίνα σου >> και η σκέψη της αυτή της προκάλεσε ένα νευρικό γέλιο το οποίο βγήκε από τα χείλη της ...
- Να αυτοί πρέπει να είναι από τους αριστοκράτες !- Η Χριστίνα κοίταξέ τον αδερφό της που της έδειχνε με το δάχτυλο του πίσω από την άμαξα.
-Αυτοί θα πρέπει να είναι ακόμα πιο δυστυχισμένοι ! - είπε χαμογελώντας και γύρισε το κεφάλι της να κοιτάξει
Τρεις ιππείς ακολουθούσαν την άμαξα. Ξαφνικά ένιωσε σαν να σταμάτησε ο χρόνος... Μόλις τα μάτια της συναντήθηκαν με τον έναν από αυτούς. Ένιωσε τους χτύπους της καρδίας της πιο γρήγορους από ποτέ! << Θεέ μου!!! Είναι σαν βγαλμένος από Πίνακα!>>
- Πάντως μόνο κάποιος σαν και αυτόν θα δεχόμουν να κοιτάζει με αυτόν τον τρόπο τα πανέμορφα πράσινα σου μάτια αδερφή μου !- είπε ο Συμεών βλέποντάς ότι ο ιππέας και η αδερφή του δε σταματούσαν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλον στα μάτια. Τα λόγια του την έκαναν να βγει από της ονειροπόλες σκέψεις της και γύρισε να κοιτάξει τον αδερφό της… Αν και με μεγάλη δυσκολία ...
-Σίγουρα θα είναι άξιος για μια πριγκίπισσα! Πρέπει να φύγουμε όμως γιατί δε θα έχουμε καμία δικαιολογία εάν γυρίσουμε στο σπίτι χωρίς ψωμί και έφυγαν γρήγορα!
Ο ιππέας βλέποντάς ότι φεύγουνε συνέχισε να την ακολουθεί με το βλέμμα του.
- Το ξέρεις ότι το ο, τι βγήκες με αυτόν τον τρόπο θα προκαλέσει την οργή του πάτερα σου.
- Είμαι σίγουρος κάλε μου φίλε - χωρίς να σταματήσει να την αναζήτα
- Όπως επίσης και το να κοιτάς από τη λάθος μεριά θα δυσκολέψει ακόμα περισσότερο τα πράγματά..
- Αυτό δε νομίζω να μου δημιουργήσει κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημά...- πλέον το κορίτσι που κοίταζε είχε χαθεί στο πλήθος
-Πώς και είσαι τόσο σίγουρος ? -
- Γιατί θα πρέπει κάποιος να του το πει .-Ο Στέφανος γύρισε και τον κοίταξέ αυτήν τη φορά. Toυ χαμογέλασε και πήγε με το άλογο του μπροστά από την άμαξα. Πράγμα που έκανε και ο φίλος του
εγώ για το καλό σου το λέω...
-Το ξέρω... Δεν υπάρχει λόγος όμως να αγχώνεσαι… Εσύ βάλε τα δυνατά σου να κατακτήσεις την πριγκίπισσα... - του είπε και το χαμόγελο του δε σταμάτησε να σχηματίζεται χείλη του
-Δεν είμαστε όλοι σε θέση να αδιαφορούμε για μια τέτοια ευκαιρία ξέρεις ...
- Το ξέρω φίλε μου... Το ξέρω...