ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: Η ΑΡΧΗ
Άσπρο. Μαύρο. Αλήθεια. Ψέμα. Πραγματικότητα. Φαντασία. Κι αν δεν έχουμε δύο ξεκάθαρες επιλογές; Κι άμα ζούμε ανάμεσα; Άμα ζω στο γκρι; Τι γίνετε τότε; Αλήθεια ρωτάω. Τι γίνετε όταν δεν έχεις χαθεί μέσα στο άσπρο και στο μαύρο, στο ψέμα και στην αλήθεια, στην πραγματικότητα και την φαντασία; Τι γίνετε όταν δεν έχεις μυαλό;
Κάθε βράδυ έρχεται πίσω. Όχι ένας θόρυβος, ούτε ένα πρόσωπο. Περνάει μέσα μου. Το νιώθω. Αϋπνία. Ο μέσος όρος των ανθρώπων κοιμάται μετά από οκτώ λεπτά. Τι κι αν δεν κοιμάσαι καθόλου; Τικ τοκ τικ τοκ. Όλη την ώρα χτυπάει το ρολόι, λες και θέλει να μου υπενθυμίσει τους εφιάλτες μου. Έρχονται. Έρχονται.
Ξυπνάω από φωνές. Διαφορετικοί τόνοι αλλά ένας ήχος. Ψίθυροι διαπερνούν τα αφτιά μου. ‘’Σαντρίν’’. ‘’Έρχονται’’. ‘’Ερχόμαστε’’.
Και εκεί βρίσκομαι, μέσα στο σκοτάδι. Καλυμμένη με τα σεντόνια μου. Το μόνο που έχω. Κάθε βράδυ με περιμένουν και με αγκαλιάζουν. Με κρατάνε σφιχτά όταν ξυπνάω από τα δικά μου ουρλιαχτά.
Τον χειμώνα είναι χειρότερο. Γιατί υπάρχει και ο αέρας που σφυρίζει το όνομά μου, που κάνει τα παράθυρα και τις πόρτες να χτυπούν. Νοκ νοκ. Ποιος είναι; Κλείνω το παράθυρο κατευθείαν. Μα ακόμα κι όταν είμαι ξύπνια, εκεί με προλαβαίνουν. Εκεί με προλαβαίνω. Πάνω στο κρυστάλλινο παράθυρο.
Απλά κάθομαι. Κάθεται. Γύρει το κεφάλι της. Ξέρει πως αυτό με ανατριχιάζει. ‘’Σαντρίν’’. Πάλι με καλεί. Κι αν αντισταθώ; Κι αν τα καταφέρω;
Και το επόμενο βράδυ και το επόμενο βράδυ με περίμενε. Αλλά εγώ ποτέ δεν πλησίαζα. Γιατί ήξερα πως θα με πιάσει.
‘’Σαντρίν’. Με καλεί. Ο κόμπος στο στομάχι μου ανεβαίνει και φτάνει στον λαιμό. Την ακούω να γελάει. Τον ακούω να σφυρίζει. Δεν αντέχω άλλο. Θέλω απλά να τα βγάλω όλα. Δεν αντέχω άλλο. Δεν αντέχω άλλο.
Μπαμ. Τελείωσε. Το έσπασα το παράθυρο. Την έδιωξα. ‘’Σαντρίν’’. ‘’Έρχομαι’’. Τώρα το κρύο έχει μεταφερθεί στις πατούσες μου. Μα γιατί είναι γεμάτες χώμα; Τα μάτια μου έχουν αρχίσει να με εγκαταλείπουν. ‘’Σαντρίν’’. ‘’Έλα πιο κοντά’’ . Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Ήχοι, σπασίματα, ουρλιαχτά όλα ξεχειλίζουν. Δεν αντέχω άλλο. Τα παρατώ.
Εκεί κάθεται. Το σκοτάδι την έχει κατακλύσει- με έχει κατακλύσει. Ο καθρέφτης φαίνεται πιο ζωντανός από ποτέ. Ένα βήμα πιο κοντά. ‘’Πιασε μου το χέρι’’. Πλησιάζω. ‘’Αφήσου’’. Έρχονται. ‘’Έλα’’. Σιωπή! Ήρθα.
Μαύρο. Γυρνάω και ξαναγυρνάω αλλά δεν υπάρχει κάτι. Τέλεια, τώρα τα πόδια μου βράχηκαν κιόλας. Γιατί πρέπει πάντα το πάτωμα να είναι γεμάτο νερό; ‘’Σαντρίν’’. ‘’Έλα πιο κοντά’’. Γιατί δεν την βλέπω τώρα; ‘’Σαντρίν’’. Ακούγεται από παντού. ‘’Πιάσε μου το χέρι’’.
Προσπάθησα να αντισταθώ, άλλα ήμουν πολύ βαθιά. Είχα βυθιστεί μέσα της- μέσα μου. Θα είναι τόσο κακό; Θα είναι τόσο κακό αν δεν αντισταθώ; Αν αφήσω την ασπίδα μου και πιάσω το κοντάρι; Πάντα κοιτάζω τους άλλους. Αλλά τα μάτια μου στριφογυρίζουν. Πάντα νοιάζομαι για τους άλλους. Αλλά μόνο φόβο νιώθω.
-Μου υπόσχεσαι πως θα τελειώσει; Ξεστόμισα. Εκείνη απάντησε καταφατικά, μα ήξερα πως έλεγε ψέματα. Είμαι έτοιμη.
Και εκεί περνάν από το μυαλό μου όλες αυτές οι νύχτες, που τα μάτια που κοκκίνιζαν από την αϋπνία, που το μόνο που είχα ήταν το ζεστό μου δωμάτιο. Στα ράφια χρησιμοποιημένα βιβλία τεράστια, που με μια κοπανιά σου σπάνε το κρανίο. Στην σκονισμένη γωνία, ο μεγάλος αρκούδος μου που είχα από παιδί. Στο κομοδίνο χίλια μπουκάλια νερού και πάντα ένα βιβλίο. Και τέλος, ο καθρέφτης, που με κοίταζε κάθε βράδυ. Εκεί στεκόταν. Περίμενε.
‘’Έλα πιο κοντά’’. ‘’Πιάσε μου το χέρι’’.