Κεφάλαιο 1: Η γνωριμία
Είναι 06:45, το ξυπνητήρι δεν λέει να σταματήσει να χτύπα. Παίρνω το μαξιλάρι και το βάζω πάνω από το κεφάλι μου. Από την κουζίνα ακούω τον Έκτορα να μου φωνάζει.
<<Ρόουζ, σήκω! Θα αργήσεις στο σχολείο.>>
Τον ακούω να ανεβαίνει και να μπαίνει στο δωμάτιο μου, να έρχεται στο προσκέφαλο και να με σκουντάει.
<<Ρόουζ! Ξύπνα! Δεν θες να κάνεις κακή εντύπωση την πρώτη μέρα στο σχολείο.>>
<<Μμμμ! Πήγαινε εσύ για εμένα.>>
<<Ναι, δεν μπορώ και να μπορούσα δεν θα πήγαινα. Τώρα, σήκω!>> και μου τραβάει τα σκεπάσματα. Λάθος κίνηση. Του πετάω την τσάντα του σχολείου από την άκρη δωματίου.
<<Τουλάχιστον εξασκείσαι στην τηλεκινησία. Κάτι είναι και αυτό! Έλα, έλα σήκω, το φαγητό θα κρυώσει.>>
<<Δεν πειράζει.>> και έκανα να ξανά κοιμηθώ.
<<Είναι τηγανίτες!>>
Με ένα σάλτο πηδώ από το κρεβάτι, πηγαίνω στο μπάνιο πλένομαι, βάζω την σχολική στολή, είναι ένα μαύρο σακάκι με άσπρο πουκάμισο, μαύρη γραβάτα και μαύρη με μπλε ρίγες φούστα. Είχε πάει ο Έκτορας την προηγούμενη μέρα στο σχολείο να με γράψει και να πάρει το πρόγραμμα, τα βιβλία και την στολή. Παίρνω την τσάντα που του είχα πετάξει και κατεβαίνω τρέχοντας προς την κουζίνα. Τον άκουσα να γελάει με αυτό το μοναδικό του γέλιο που μόνο σε εμένα χαρίζει.
Καθώς έτρωγα τις τηγανίτες μου, μου έκανε αυτήν την σαρωτική ερώτηση που άμα πάρεις υπ′ όψιν σου την εξυπνάδα του, πρώτων, δεν βαριέται να με ρωτάει; δεύτερων, θα έπρεπε να περιμένει μέχρι να τελειώσω την μπουκιά μου.
<<Έχεις άγχος για την πρώτη σου μέρα στο σχολείο;>>
<<Δεν θα σου πω ψέματα. Έχω αγωνία , αγωνία για την διαφορά που θα έχουν τα δύο σχολεία. Άμα πρέπει να κρύψω και εκεί ολοκληρωτικά τις δυνάμεις μου όπως και στο σχολείο των θνητών, με τον φόβο ότι θα με κάψουν ζωντανή νομίζοντας πως είμαι μάγισσα.>>
<<Έλα να σε πάω στο σχολείο μάγισσα μου εσύ.>>
<<Με το σκουπόξυλο!>> Σκάμε και οι δύο στα γέλια καθώς πηγαίναμε στην εξώπορτα και στο SUV του.
Στην διαδρομή για το σχολείο ο Έκτορας έσπασε πρώτος την σιωπή.
<<Πως λες αντιδράσουν τα παιδιά;>>
<<Με αυτό το χρώμα ματιών; Θα κατατρομάξουν. Δεν βλέπεις συχνά ένα άτομο με χρώμα ματιών, ίδιο με του κεραυνού. Κυρίως άμα έχεις και αυτά τα μαλλιά.>>
<<Γιατί, τι έχουν τα μαλλιά σου;>>
<<Περίεργο χρώμα, αυτό έχουν. Τα μαλλιά μου είναι μπλε σκούρα, αλλά μπλε και φαίνεται πολύ.>>
<<Δεν το έχω με τα μαλλιά. Εγώ το μόνο που βλέπω είναι μια κοπέλα πανέμορφη και ψηλή. Τουλάχιστον, σε παρακαλώ προσπάθησε να είσαι ευγενική.>>
<<Θα κάνω ό,τι μπορώ, αλλά δεν υπόσχομαι τίποτα!>>
<<Τουλάχιστον ΌΧΙ προβλήματα την πρώτη μέρα!>>
<<Καλά! Πως κάνεις έτσι!?>>
Φτάσαμε στο προαύλιο του σχολείου. Ήταν γεμάτο παιδιά. Με την πρώτη ματιά όλα φαίνονται φυσιολογικά αλλά για κάποιον σαν και εμένα αυτό είναι το περίεργο.
<<Άντε, καλή τύχη!>>
Τον αποχαιρέτησα με ένα φιλί στο μάγουλο και κατέβηκα από το SUV. Με το που πατάω το πόδι μου στον διάδρομο όλοι με κοιτάζουν και αρχίζουν να ψιθυρίζουν, κυρίως τα κορίτσια. Των αγοριών τους είχαν κρεμαστεί τα σαγόνια. Αναμενόμενο! Προχώρησα στην τάξη της πρωινής συνάθροισης και έπιασα μια κενή θέση, έβγαλα χαρτί, μολύβι και άρχισα να σχεδιάζω. Μπήκαν όλοι, μαζί και ο καθηγητής.
<<Λοιπών παιδιά καθίστε στις θέσ->>
<<Συγνώμη που άργησα κ. Χένρικ!>> από την πόρτα ξεπρόβαλε ένα αγόρι, ένα πολύ όμορφο αγόρι.
<<Κύριε Γουέιλαντ, θα προτιμούσα να μην αργούσατε ξανά. Τέλος πάντων πιάστε μια θέση και ας ξεκινήσουμε. Φέτος έχουμε μια καινούρια μαθήτρια την Ρόουζ Λάιτνερ. Δεσποινίς Λάιτνερ σηκωθείτε παρακαλώ και συστηθείτε στην τάξη.>>
Αυτό που συνέχεια οι καθηγητές βρίσκουν πάντα έναν τρόπο να βρεθείς σε αμηχανία ή ντροπή μπροστά σε άλλους; Σηκώνομαι με το πάσο μου και στέκομαι μπροστά στην τάξη κοιτάζοντας διερευνητικά έναν-έναν ατάραχη, χωρίς αυτήν την αμηχανία που έχουν όλοι οι καινούργιοι. Αυτό βέβαια κέρδισε μερικά επίμονα βλέμματα. Έι! Τι να κάνω, είμαι έφηβη, καινούρια στο σχολείο, είπα να κάνω επίδειξη. Τόσο κακό είναι;
<<Ααα! Κατάλαβα. Είστε από τους μαθητές που αδιαφορούν για το μάθημα. Τι άλλο μπορείτε να κάνετε πέρα από την αδιαφορία δεσποινίς Λάιτνερ; Παρουσιαστείτε στην τάξη.>> Εργασία στην πρωινή συνάθροιση; Κατάλαβα, μπλέξαμε.
<<Μπορώ να θεραπεύσω.>> είπα ανασηκώνοντας τους ώμους μου αδιάφορα.
<<Ααα! Έχουμε μια θεραπεύτρια. Τι ωραία, τι ωραία!>> Ευτυχώς χτύπησε το κουδούνι, πήγα στο θρανίο μου, πήρα τα πράγματα μου και έτρεξα στην επόμενη αίθουσα που είχα μάθημα. ΙΣΤΟΡΙΑ!!! Αγαπώ την ιστορία, επίσης μπορώ να την ζήσω λόγω των δυνάμεων μου.
Αυτό το μάθημα δεν είχε απρόσμενα αιτήματα από τους καθηγητές. Ο καθηγητής της ιστορίας είναι ο κ. Άρθουρ, πολύ καλός άνθρωπος αν και τα ιστορικά γεγονότα τα λέει τα περισσότερα λάθος αλλά δεν φταίει αυτός, τα βιβλία φταίνε και αυτή που τα γράφουν. Δεν μπορώ να πω ότι τον μισώ που μας έβαλε την πρώτη μέρα εργασία για το σπίτι, αλλά κατσούφιασα. Τέλος πάντων την επόμενη ώρα έχω ΜΑΓΕΙΑ!!!
Η καθηγήτρια μαγείας είναι η κ. Αϊλήν μια πολύ συμπαθητική κυρία. Μπαίνω στην τάξη και πίσω μου ακολουθούν όλοι οι άλλοι. Κάθομαι σε ένα θρανίο και αρχίζω να αφαιρούμαι στα σχέδια μου. Ένα πράγμα πρέπει να ξέρετε για εμένα, ότι όταν ζωγραφίζω τα σχέδια μου είναι σαν ζωντανά. Νιώθω μια κίνηση δίπλα μου.
<<Γεια, με λένε Λούκας Γουέιλαντ!>> Αυτή η φωνή με έβγαλε από την θολούρα μου και με έκανε να σηκώσω το βλέμμα μου. Μάτια σαν το σμαράγδι με κοιτούσαν επίμονα. Συνειδητοποιώ ότι μου είχε απλώσει το χέρι του.
<<Ρόουζ Λάιτνερ. Χάρηκα.>>
<<Παρομοίως.>>
Το βλέμμα του άρχισε να χάνετε στο δικό μου. Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα του, σαν να ξύπνησε από λήθαργο, και εστίασε στην θέση δίπλα μου.
<<Εεε, κάθεται κανείς εδώ;>>
<<Όχι>>
Βολεύεται δίπλα μου, ενώ η κ. Αϊλήν προσπαθούσε να βάλει μια τάξη. Στην αρχή την λυπήθηκα, αλλά όταν είδα τη μπορεί να κάνει με ένα τίναγμα του καρπού της, το ξανασκέφτηκα.
<<Λοιπών παιδιά, τώρα που ησυχάσατε ας αρχίσουμε το μάθημα. Σήμερα θα μάθουμε για την ‘‘υποβολή’’. Καταπληκτικό μάθημα.>>
Όσο η κ. Αϊλήν εξηγούσε εγώ συνέχισα το σχέδια μου. Ήταν ένα από τα όνειρα μου, ένας αιματοβαμμένος έκπτωτος άγγελος. Γιατί να κάνεις τον κόπο να προσέξεις σε ένα μάθημα που ήδη το γνωρίζεις εξαιρετικά;
<<Πολύ ωραίο το σχέδιο σου. Έχεις ταλέντο!>>
<<Ευχαριστώ.>> και με μια στενοχωρημένη έκφραση κλίνω το τετράδιο μου. <<Οι γονείς μου είχαν μεγάλα ταλέντα.>>
<<Είχαν; Γιατί παρελθοντικός χρόνος; Δεν μένουν μαζί σου;>>
<<Όχι, μένω με τον αδελφό μου.>>
<<Γιατί, που είναι οι γονείς σου;>>
<<Μόλις τώρα σε γνώρισα! Θες να σου πω όλο το παρελθόν μου;>> Δεν πρόλαβε να μου απαντήσει γιατί η κ. Αιλίν μας διέκοψε.
<<Δεσποινίς Λάιτνερ, τόση ώρα κανονικά έπρεπε να προσέχετε και όχι να μιλάτε με τον κ. Γουέιλαντ.>>
<<Με συγχωρείτε.>>
Λίγα λεπτά αργότερα χτύπησε το κουδούνι. Είναι ώρα για μεσημεριανό. Πήγα μέχρι το ντουλάπι μου για να αφήσω τα πράγματα μου. Δίπλα από το ντουλάπι ήταν ένα κορίτσι που με το που με είδε, σήκωσε το βλέμμα της από την τσάντα και μου χαμογέλασε.
<<Γεια! Με λένε Λίζα Γουόλτερ.>>
<< Ρόουζ Λάιτνερ.>>
<<Το ξέρω! Είσαι η καινούρια, πώς το βρίσκεις το σχολείο;>>
<<Ω! Δηλαδή είμαι διάσημη, τέλεια. Ακόμα δεν πάτησα το πόδι μου και όλοι με γνωρίζουν. Μάλλον θα περιμένεις να πω χάλια αλλά με σύγκριση τα άλλα σχολεία ανάμεσα στους ανθρώπους, είναι υπέροχο. Δεν χρειάζεται να κρύβομαι.>>
<<Μην το λες! Μπορεί μερικές φορές να πρέπει να κρατάς χαμηλό προφίλ.>>
<<Γιατί;>>
<<Θα σου εξηγήσω στον δρόμο για την τραπεζαρία, εκεί δεν πήγαινες;>>
<<Ναι>>
<<Ωραία! Λοιπόν άκου...>> μου λέει καθώς μπαίνουμε στην τραπεζαρία και δείχνοντας μου διακριτικά σημεία <<...εκεί κάθονται τα δημοφιλή παιδιά. Εκεί χωρίζονται στην ομάδα του ράγκμπι, στις μαζορέτες και στους πλούσιους. Τώρα θα μου πεις γιατί να έχουμε ομάδα του ράγκμπι; Καλή ερώτηση. Δεν ξέρω, μάλλον θέλουν να μας κάνουν να μην νιώθουμε διαφορετική από τους θνητούς. Και όπως κάθε ομάδα χρειάζεται την εμψύχωση της. Τώρα το θέμα των πλούσιων. Όλοι εδώ είναι πλούσιοι, αλλά αυτοί εκεί είναι τα ψώνια του σχολείου. Ποιο πέρα, κάθονται οι σπασίκλες και οι “ασήμαντοι“, βλέπεις;>> και κατευθυνθήκαμε προς την γωνία, αφού πρώτα πήραμε τους δίσκους με το φαγητό. Εκεί καθόταν ένα αγόρι.
<<Μακ, από δω η Ρόουζ, θα έχεις ακούσει για αυτήν, Ρόουζ ο Μακ Ουέστ.>>
Το αγόρι έβγαλε τα γυαλιά του και μου άπλωσε το χέρι του. Το έσφιξα εγκάρδια.
<<Χάρηκα για την γνωριμία Ρόουζ.>>
<Παρομοίως Μακ.>>
<<Πολύ ασυνήθιστο χρώμα ματιών! Πολύ όμορφο.>>
<<Ευχαριστώ Μακ και το δικό σου είναι υπέροχο.>>
Τα μάτια του Μακ ήταν χρυσά πολύ έντονα, τα μαλλιά του ασημή, απλά υπέροχος.
<<Ευχαριστώ. Λοιπόν , γιατί κάθεσαι εδώ; Δεν δίνεις καλή εντύπωση.>> και ένευσε με το κεφάλι του προς την πτέρυγα των δημοφιλή.
<<Δεν είμαι πολύ του στυλ της πλαστικής και τον άμυαλων ανθρώπων.>>
<<Ωπα...! Γιατί τόσο δηλητήριο;>>
<<Απλά δεν συμπαθώ τέτοιου είδους άτομα.>>
<<Δεν είναι όλοι έτσι όπως τους περιγράφεις εκεί. Υπάρχουν εξαιρέσεις.>> είπε ο Μακ
<<Ναι, ο Λούκας Γουέιλαντ δεν είναι έτσι. Είναι διαφορετικός, δεν είναι τόσο ψυχρός όπως οι άλλοι και από ότι φαίνεται, του έχεις τραβήξει την προσοχή.>> είπε η Λίζα και ένευσε στο τραπέζι που κάθετε η ομάδα ράγκμπι.
Γύρισα να κοιτάξω και αντίκρισα τον Λούκας να κοιτάζει το τραπέζι μας. Με το που με είδε, γύρισε στους φίλους του.
<<Ναι τον γνώρισα. Κάθισε δίπλα μου στο μάθημα της κ. Αϊλήν, φαίνεται καλό παιδί.>>
<<Ο Λούκας Γουέιλαντ είναι το είδωλο των κοριτσιών μαζί με την παρέα του. Αλλά ο Λούκας είναι το νούμερο ένα!>> είπε η Λίζα με θαυμασμό καθώς κοιτούσε των Λούκας.
<< Ω! Αυτή είναι η Γρέιτσελ Στούαρτ, η αρχηγός στις μαζορέτες.>> είπε ο Μακ με ένα ονειροπαρμένο βλέμμα.
<<Αγόρια!>> είπαμε ταυτόχρονα η Λίζα και εγώ ξεσπώντας σε γέλια. Ο Μακ άρχισε να κοκκινίζει.
<<Ω, έλα τώρα Μακ και η Λίζα έτσι έκανε για τον Λούκας.>>
<<Ρόουζ!>> Η Λίζα άρχισε να κοκκινίζει <<Και σε εσένα πρέπει να έκανε εντύπωση ο Λούκας. Άμα ερχόταν να καθίσει δίπλα μου θα πέταγα! Κυριολεκτικά.>> από δίπλα μας πέρασε η Γκρέιτσελ με την παρέα της.
<<Άμα ντυνόμουν έτσι, θα ήμουν και εγώ δημοφιλής.>> ψιθύρισε η Λίζα. Προσπάθησα να πνίξω το γέλιο μου, αλλά δεν τα κατάφερα. Η Γκρέιτσελ γύρισε και στάθηκε από πάνω μου.
<<Τι βρήκες τόσο αστείο;>> ρώτησε. Το πρόσωπο της υπερβολικά βαμμένο. Όλοι εστίασαν την προσοχή τους σε εμάς.
<<Κάτι συζητούσαμε και το βρήκα αστείο.>>
<< Δεν νομίζω.>> στράφηκε στην Λίζα, που καθόταν δίπλα μου. <<Τι της είπες φρικιό;>>
<<Πρώτον μην της μιλάς έτσι. Δεύτερον δεν είναι όλος ο κόσμος γύρω σου.>>
<<Ξέρεις ποια είμαι κοριτσάκι;>>
Σηκώνομαι και στέκομαι μπροστά της.
<<Όχι και να πω την αλήθεια δεν με ενδιαφέρει να μάθω. Καλύτερα να πηγαίνεις, σε περιμένει η κόκα κόλα διαίτης.>> την κοιτάζω κατάματα.
<<Εμείς οι δύο δεν τελειώσαμε καινούρια.>> γύρισε να φύγει, αλλά όχι πριν μου ρίξει ένα ΄δολοφονικό΄ βλέμμα.
<< Ουυυ! Αυτό το βλέμμα με σκότωσε.>>
Ξανά έκατσα στην θέση μου. Ο Μακ και η Λίζα είχαν μείνει άναυδη, όπως και όλοι η καφετέρια.
<<Καλά κοπελιά, αυτό ήταν απίστευτο!>>
<<Γιατί;>>
<<Κανείς δεν τολμάει να της μιλήσει έτσι. Είσαι το κάτι άλλο.>>
<< Σου είπα, δεν αντέχω άτομα σαν αυτήν.>>
Συνεχίσαμε το φαγητό μας μέχρι που χτύπησε το κουδούνι.
<<Ρόουζ, έχουμε μαζί μάθημα, σωστά;>>
<<Ναι. Μακ εσύ τι έχεις;>>
<<Φίλτρα και ξόρκια.>>
<<Θα τα πούμε αργότερα.>>
Εγώ και η Λίζα πήγαμε στα αποδυτήρια και φορέσαμε τις φόρμες μας. Βγήκαμε και κατευθυνθήκαμε, έξω, στην πίσω πλευρά του προαυλίου, που ήταν διαμορφωμένο σε χώρο εκπαίδευσης. Μαζευτήκαμε όλοι στον χώρο που είχαν το στρώματα
<<Ακούστε με καλά. Εγώ και η κ. Χάμιλτον θα είμαστε οι εκπαιδευτές σας. Με λένε Ράτζ Μπέλικοφ και δεν θα δείξουμε οίκτο σε κανέναν. Σας έστειλαν εδώ για να μάθετε να πολεμάτε με ή χωρίς τις δυνάμεις σας. Ο κόσμος είναι γεμάτος μοχθηρία και η μοχθηρία σε κάποιον σαν και μας είναι επικίνδυνο.>>
<<Λοιπόν! Ποιοι από εσάς έχουν την ικανότητα της ταχύτητας;>> ρώτησε η κ. Χάμιλτον. Σηκώνω το χέρι μου μαζί με όλα τα αγόρια.
<<Ωραία, θα δοκιμαστείτε και θα μετρήσουμε τον χρόνο σας, αλλά πρώτα να σας καταγράψουμε. Κάντε μια σειρά για να γράψετε το όνομα σας.>>
Εγώ είμαι τελευταία. Όταν τελειώσαμε μας μετέφεραν όλους στον χώρο του στίβου. Φωνάζουν τα ονόματα με αλφαβητική σειρά οπότε είχα πολύ ώρα να παρατηρώ. Πήγα και έκατσα δίπλα στην Λίζα στις κερκίδες.
<<Σου βρήκα παρατσούκλι.>>
<<Έχω παρατσούκλι, Ρόουζ.>>
<<Δεν είναι το όνομα σου.>>
<<Όχι, το όνομά μου είναι Ροσμαρί, έτσι με έχουν και στο κατάλογο.>>
<<Ααα, κατάλαβα.>>
<<Κρίστιαν Άλτον.>> ένα ψιλό αγόρι με μαύρα μαλλιά σηκώθηκε.
<<Πάρε θέση και όταν ακούσεις τον πυροβολισμό τρέχα.>> πήρε θέση και περίμενε. Ακούστηκε ο πυροβολισμός. Έτρεχε τόσο γρήγορα που σχεδόν δεν τον έβλεπες. Σχεδόν. Η απόσταση είναι μεγάλη εφόσον είναι γύρο από το γήπεδο του ράγκμπι. Έφτασε στην αφετηρία.
<<12 δευτερόλεπτα! Πολύ καλός χρόνος.>>
Ο Κρίστιαν δεν ίδρωσε καθόλου. Καθώς ανέβαινε τις κερκίδες, τα βλέμματά μας συναντήθηκαν. Το χρώμα των ματιών του ήταν καταπληκτικό, μπλε του πάγου. Είδε το δικό μου και σάστισε. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι πήγε και έκατσε δίπλα στον Λούκας Γουέιλαντ.
<<Αυτός είναι ο καλύτερος φίλος του Λούκας.>> μου ανέφερε η Λίζα καθώς τους χάζευα.
<<Η Γκρέιτσελ τον έχει βάλει στόχο.>> εκείνη την στιγμή, σηκώθηκε η Γκρέιτσελ κατευθύνθηκε προς τον Κρίστιαν και τον Λούκας.
<<Δεν έχει αφήσει αρσενικό για αρσενικό, έτσι;>>
<<ΌΧΙ!>> κούνησε το κεφάλι της με αποδοκιμασία.
Πραγματικά η Γκρέιτσελ κάνει τα πάντα για να τραβήξει βλέμματα πάνω της. Αλλά από ότι φαίνεται ο Κρίστιαν δεν τα σηκώνει αυτά. Κάτι της είπε και τσαντίστηκε, κανονικά θα άκουγα αλλά η προσοχή μου ήταν αλλού. Τον συμπάθησα τον Κρίστιαν. Στο μεταξύ όλοι αυτήν την ώρα η κ. Χάμιλτον φώναζε ονόματα. Όλοι ήταν 15, 18, 20 δευτερόλεπτα, τι αξιολύπητο. Κανένας δεν μπόρεσε να περάσει τον Κρίστιαν.
<<Λούκας Γουέιλαντ.>> ο Λούκας κατέβηκε, πήρε θέση, περίμενε και με το σύνθημα έτρεξε.
<<12 δευτερόλεπτα. Αναμενόμενο.>>
Μετά από αυτό, σταμάτησα να ακούω και να αντιλαμβάνομαι τι γίνετε γύρο μου. Όλοι η προσοχή μου ήταν στραμμένη στα δύο αγόρια. Πόση αντίθεση είχαν μεταξύ τους. Δεν κατάλαβα πόσα ονόματα είχαν περάσει μέχρι που άκουσα την δυνατή, βροντερή φωνή της κ. Χάμιλτον.
<<Ροσμαρί Λάιτνερ.>>
Σηκώθηκα από την θέση μου και κατευθύνθηκα μέχρι την κ. Χάμιλτον. Μου έδωσε τις ίδιες οδηγίες όπως σε όλους. Όταν ξεκίνησα ακούστηκε ένας γδούπος και από όπου πέρναγα σήκωνα ένα ρεύμα αέρα. Δεν μπορούσες να με διακρίνεις. Έφτασα στην κ. Χάμιλτον.
<<8 δευτερόλεπτα. Δεν περίμενα τίποτα λιγότερο από την κόρη του Έντουαρτ Λάιτνερ. Τα συλλυπητήρια μου παρεμπιπτόντως. Ο χαμός του είναι μια τεράστια απώλεια για το είδος μας. >>
Η αναφορά στον πατέρα μου με αποδεκάτισε. Χτύπησε το κουδούνι και έτρεξα στα αποδυτήρια. Καθώς έβγαινα έπεσα πάνω στον Κρίστιαν Άλτον, τέλεια!
<<Ε! Σιγά, πρώτη φορά βλέπω κάποιον να βιάζεται πάει στο μάθημα. Ρόσμαρι, σωστά;>>
Δεν φαινόταν νευριασμένος, αντίθετα υπήρχε μια περιέργεια στην φωνή του. Απέφυγα το βλέμμα του αφού ήμουν έτοιμη να κλάψω. Καλύτερα να νομίζει ότι ντρέπομαι, θα του αλλάξω γνώμη αργότερα.
<<Συγνώμη που έπεσα πάνω σου.>>
<<Δεν πειράζει. Που->> δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει, είχα είδη γυρίσει να φύγω. Μέχρι να φτάσω στην επόμενη αίθουσα, είχα ηρεμήσει. Οι επόμενες ώρες πέρασαν χωρίς ιδιαίτερα περιστατικά μέχρι το σχόλασμα.
Την τελευταία ώρα έχω ‘Ιστορία του λαού μας’. Δεν καταλαβαίνω γιατί μπαίνουν στον κόπο να μας μαθαίνουν και την ιστορία των θνητών, χάσιμο χρόνου αφού μας μαθαίνουν και την δική μας. Χτύπησε το κουδούνι πάνω που ο κ. Άρθουρ πήγε να μας φορτώσει εργασία, φυσικά δεν πρόλαβε. Πήγα στο ντουλαπάκι μου και πρόσεξα ότι όλοι είχαν μαζευτεί στην εξώπορτα. Τα κορίτσια κοίταζαν κάτι ή κάποιον με θαυμασμό και τα αγόρια με μίσος. Έπιασα την Λίζα από τον αγκώνα, έτρεχε για να πάει δίπλα από τα άλλα κορίτσια.
<<Λιζ τι έγινε;>>
<<Έξω είναι ένα καυτό αγόρι πάνω σε ένα SUV. Πολύ καυτό.>>
Πήγα έξω με την Λίζα και σχεδόν, τι σχεδόν, πνίγηκα από τα γέλια προσπαθώντας να τα κρύψω. Το καυτό αγόρι είναι ο αδελφός μου!! Και η Γκρέιτσελ του μιλούσε.
Το διασκεδάζεις Έκτορα; είπα μέσα στο μυαλό του, γιατί εφόσον είμαστε το ίδιο είδος (θα σας εξηγήσω άλλη φορά τη εννοώ) μπορώ να του μιλάω τηλεπαθητικά σαν να είναι δίπλα μου και αντίστροφα. Άμα όμως, το άλλο άτομο είναι διαφορετικό είδος, μπορούμε να ακούμε μόνο τις σκέψεις του.
Πολύ! Είπε καθώς απλώθηκε ένα ηλίθιο χαμόγελο στο πρόσωπο του.
<< Γελοίε.>> ψιθύρισα
<<Και τι δε θα έδινα για να του μιλήσω.>>
<<Άρα εγώ είμαι πολύ τυχερή.>>
<<Γιατί;>>
<<Γιατί του μιλάω κάθε μέρα.>>
<<Τι εννοείς; Τον γνωρίζεις;>> δεν απάντησα, αντίθετα άρχισα να κατεβαίνω τα σκαλιά, με την Λίζα να ακολουθεί, την ώρα που η Γκρέιτσελ ερχόταν. Συναντηθήκαμε και με ένα ανώτερο βλέμμα μου λέει:
<<Δεν υπάρχει περίπτωση να γυρίσει να κοιτάξει εσένα.>>
<<Καλά.>> πήγα προς τον Έκτορα.
<<Ει, Έκτορα. Δεν σου έχω πει να σταματήσεις να την πέφτεις σε μικρότερες;>>
<<Οι παλιές συνήθειες δεν κόβονται. Εξάλλου, δεν σε έχω ακούσει να παραπονιέσαι όταν το κάνω σε εσένα.>> του πέταξα την τσάντα με δύναμη.
<<Ήρεμα πριγκίπισσα.>> πέταξε την τσάντα στο πίσω κάθισμα. Με σήκωσε στην αγκαλιά του καθώς τον φίλησα στο μάγουλο. Στο μεταξύ όλο το σχολείο μας παρατηρούσε άφωνο μέχρι που βγήκαμε από το χώρο του σχολείου.




![The Moon's Weapon : the cursed mate [ MOVING TO GALATEA]](https://cdn-gcs.inkitt.com/vertical_storycovers/ipad_123f31099804e79c6de11657975bcaae.jpg)



