Chapter 1
Μου αρεσει να κοιταω τα συννεφα , αυτες τις αφρατες ζωγραφιες στον ουρανο, μια σαντιγυ που περνα με ταχυτητα πανω απο το σπιτι σου ή μια μαυρη απλωμενη κουβερτα που εχει στα σπλαχνα της βροχη. Μου αρεσει η βροχη , μια σταγονα ειναι ενας φιλος ,ενας γνωστος που ηρθε να με δει πριν πεσει πανω στα φυλλα ή καταγης στο ατημελητο γρασιδι. Δεν εχω πολλους φιλους , ουτε θα ηθελα, μονο την Αννα που κουνα ακαταπαυστα την ουρα της καθε φορα που με βλεπει και ορμα πανω μου για την παρω αγκαλια, μονο τοτε δεν γαυγιζει. Της εχω αγορασει το δικο της σπιτακι , ενα ξυλινο εξοχικο με κεκλιμενη στεγη. Στο πλάι υπάρχει ένα στρογγυλό μικρό παράθυρο, σαν φινιστρίνι, με ένα διακριτικό κάγκελο σε σχήμα κόκαλου. Το καλο με τα σκυλια ειναι οτι δεν ξεχνουν ποτε να σου δειχνουν την αγαπη τους. Αυτη ειναι μια απο της διαφορες που εχουν απο τους ανθρωπους. Οι ανθρωποι δισταζουν να δειξουν την αγαπη τους για να μην πληγωθουν και τελικα αυτοτραυματιζονται απο την απουσια της. Η Αννα μου ειχε πει πως δεν την πειραζει να την μαλωνεις , μαθαινει ετσι πως να γινεται καλυτερη. Αυτος ο γλυκος ,σκυλισιος τροπος ,να μιλα χωρις λεξεις αιχμαλωτιζει το ενδιαφερον μου και με κανει να την αγαπω ακομα πιο πολυ! παντως ειναι πολυλογου! Μπορει να γαυγιζει πολυ ωρα , ξαφνικα σταματα, και μετα συνεχιζει απο εκει που σταματησε η κουτσομπολα. Ναι ειναι κουτσομπολα ,δεν αφηνει σκυλι να περασει στον δρομο χωρις να του επιτεθει λεκτικα . Τοτε της φωναζω κι εκεινη ολο παραπονο μου εξηγει τον λογο. Ο Γιαννης....